ΤΖΟΥΛΙΑ
Γιατί δε με σκοτώνουν και μένα ; Θα τους άφηνα εγώ να με θάψουν.
Το λαχταρώ να με θάψουν, να γλιτώσω απ’ όλα. Δυο βδομάδες τώρα, δεν έχω σταματήσει το κλάμα. Έλεγα πάντα πως είμαι σκληρή. Ποτέ δεν έκλαιγα και μωρό ακόμα. Πού βρέθηκαν τόσα δάκρυα ; Φαίνεται, δεν έχει στερεμό το δάκρυ.
Έλεγα στράγγιξα πια στο κλάμα, σαν έμαθα πως μου σκοτώσαν το Φρεντ. Τον αδελφούλη μου. Του χτένιζα κάθε πρωί τα μαλλάκια του που πήγαινε σχολείο. Δε... δε... Μετά μου σκότωσαν εσένα. Σε σκότωσαν — ναι ; Δεν το αντέχω άλλο... έτσι πού τ’ ακούω από σένα. Και να ξέρω Πως είσαι... Πως είσαι...
Πιο αβάσταχτο είναι έτσι πού είσαι... Πιο εύκολα θα το ξεχνούσα, αν... Άλλο ήθελα να πω. Ήθελα να σ’ ακούσω. Αχ, αγάπη μου, τι φρίκη που είν’ όλα ! Κάθομαι. και μεθώ. Σιχαίνομαι τον εαυτό μου, κι όμως μεθώ. Τραγουδώ φωναχτά Κι όλοι γελάνε. Ανασκάλευα προχτές ό,τι είναι δικό σου. Είμαι. τρελή.

Κάθομαι κι ανασκαλεύω, καθετί που άφησες, όλη ώρα. Αγγίζω τα ρούχα σου, διαβάζω τα βιβλία σου, τα πιο όμορφα ρούχα είν’ τα δικά σου. Θυμάσαι το τετράστιχο που μου ’γραψες τότε πού ήσουν στο Μπόστον και... Στην αρχή γέλασα, μετά έκλαψα, μετά...
Όμορφο ποίημα... θα γινόσουν πολύ καλός, μπορεί κι ο πιο μεγάλος ποιητής που... Τα χέρια σου δεν κόπηκαν, καλέ μου ; Δε θα το άντεχα αν είχαν πάθει τίποτε τα χέρια σου. Πόνεσες πολύ, γλυκέ μου ; Όμως τα χέρια σου δεν κόπηκαν. Κάτι είναι κι αυτό. Μάθαμε και παρηγοριόμαστε με το τίποτε. Κάποια παρηγοριά αποζητά κόσμος κι είναι τόσο δύσκολο να βρεθεί. Με τέτοιο πόλεμο κι όλα αυτά.
Καλέ μου, ποτέ δε σ’ έβαζε ό νους μου νεκρό.
Πώς μου φαινόταν, δε σου ταίριαζε νεκρός. Πιο ήσυχη θα ’μουν να σ’ είχαν θάψει σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι
κι ένα σωρό χαζά λουλουδάκια να ξεπηδάνε γύρω στο σταυρό που θα ’γραφε : «ιΟυόλτερ Μόργκαν. Γεννήθηκε το 1913. Πέθανε το 1937». Δε θα μεθούσα πια, θα ’κοβα το τραγούδι φωναχτά, να μη με περιγελάει ό κόσμος. Το πιο αβάσταχτο είναι να βλέπω τα βιβλία σου, στοίβες ολόκληρες, που δεν πρόλαβες να τα διαβάσεις. Σε περιμένουνε. Περιμένουνε τα χέρια σου να ’ρθουν να τ’ ανοίξουν και να —. Ο, άφησέ τους να σε θάψουν, άφησε να σε θάψουν.
Τίποτε δεν απόμεινε πια ! Τρελοί μονάχα — και φορεσιές που δε θα φορεθούν ποτέ πια — κρέμονται άδειες στις ντουλάπες ! Γιατί δε θέλεις ; Όμορφα θα φάνταζε τ’ όνομά σου σε μια σκέτη μαρμαρένια πλάκα, σ’ να πράσινο λιβάδι : «Ουόλτερ Μόργκαν, πολυαγαπημένος της Τζούλια Μπλέικ». . Κι ολόγυρα παπαρoύνες και μαργαρίτες και κείνα τα κόκκινα λουλουδάκια... Πώς τα λένε ;
(Έχει διπλωθεί στα δυο, θρηνώντας σχεδόν. Μια λάμψη πυροβολισμού ξεπετιέται απ'
απ''τα χέρια της, παραπατά, σωριάζεται)
Τώρα μπορούν να βάλουν και το δικό μου όνομα στον κατάλογο των απωλειών.
Πώς τα λένε τα κόκκινα λουλουδάκια, καλέ μου ;

Irwin Shaw
ΘΑΨΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ




2 Χρυσαλλίδες...:
Νιώθω πως αυτό το blog είναι ένα μικρό ταξιδιωτικό πρακτορείο ονείρων και σκέψεων... Σκέψεων που έκανα, κάνω μα δεν τολμάω να μοιραστώ παρα μόνο με τον καθρέπτη μου. Ευχαριστω..
Πολύ όμορφες οι εικόνες που χρησιμοποίησες και χρησιμοποιήσεις κάθε φορά... Να είσια καλά και να συνεχίσεις να μοιράζεσαι μαζί μας όλες αυτές τις όμορφες σκέψεις θλιμμένες η μη....
Καλήμέρα!
sunny μου
μου δίνουν πολύ χαρά αυτά που μου γράφεις.... είναι μια γλικια δικαιωση για μενα πως οι επιλογές που έκανα (κειμενου-εικονας-μουσικης) δεν απογοήτευσαν...
και η μεγαλύτερη χαρά είναι να μοιράζεσαι όσα αγαπάς μ'αυτούς που μπορούν να τα καταλάβουν ...
σ'ευχαριστώ και σ'αγκαλιάζω:)
xxx
Κυβέλη
Δημοσίευση σχολίου